Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΣΕ 3Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΒΙΒΛΙΟ «Οι Γερμανοί στην Ηλεία» του Σωτήρα και Ευεργέτη της Δίβρης, του Πύργου και της Ηλείας ολοκληρης ΤΑΣΗ ΚΑΖΑΖΗ



ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ ΣΕ 3Η ΕΚΔΟΣΗ ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΩΔΕΣ ΒΙΒΛΙΟ

«Οι Γερμανοί στην Ηλεία»
του Σωτήρα και Ευεργέτη της Δίβρης, του Πύργου και της Ηλείας ολοκληρης
ΤΑΣΗ ΚΑΖΑΖΗ

Η άλλη πλευρά (η συγγραφική) του Διβριώτη 
ευπατρίδη Δημάρχου Πύργου που άφησε εποχή. Με πρόλογο της νέας βελτιωμένης Έκδοσης από τον Καθηγητή Ιστορίας Αθανάσιο Θ. Φωτόπουλο

(σ.σ. Θεωρήσαμε χρέος μας, να παρουσιάσουμε τον Πρόλογο που έγραψε ο αγαπητός μας Ιστορικός - Καθηγητής  Πανεπιστημίου κ. Θανάσης Φωτόπουλος, στη νέα Έκδοση (εμπλουτισμένη και με σπάνιες φωτογραφίες από το Αρχείο της οικογένειας  Καζάζη) του μνημειώδους –και μοναδικού-  αυτού βιβλίου 
 του οποίου είχε και τον συντονισμό και να συστήσουμε σε όλους τους συμπολίτες και φίλους της Δίβρης, αλλά και κάθε αναγνώστη αυτής της στήλης, να αποκτήσουν αυτόν τον ανεκτίμητο θησαυρό ιστορικής γνώσης και απαντοχής…
Δεν είναι τυχαίο ότι αείμνηστος κυρ Τάσης, πέρα από τους ύμνους λατρείας στη γενέτειρα Δίβρη (σελ. 40) που αφιερώνει, σε πολύ μεγάλο μέρος και πολλές σελίδες περιγράφει τα δραματικά γεγονότα  της εποχής εκείνης που διαδραματίστηκαν στην περιοχή της Λαμπείας και Ορεινής Ηλείας και φυσικά τον Πύργο και όλη την Ηλεία, με συναρπαστική αφήγηση…
Φρονώ ότι το βιβλίο αυτό δεν θα πρέπει λείπει από κανένα σπίτι της Ηλείας και φυσικά από καμιά Βιβλιοθήκη κάθε φιλίστορος πολίτη.
(Το βιβλίο εκδόθηκε από το «ΒΙΒΛΙΟΠΑΝΟΡΑΜΑ» - Γεώργιος Δημητρόπουλος- Αθ. Διάκου 4 Αμαλιάδα τηλ. 2622021221)

Αλλά ας αφήσουμε να μιλήσει ο κ. Φωτόπουλος και στο τέλος θα παραθέσουμε και κάποιες φωτογραφίες από την παρουσία του συγγραφέα στη Δίβρη και την  Εκδήλωση Τιμής και Μνήμης που του έγινε στον Πύργο στις 17 Οκτωβρίου 1999 από το «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΔΙΒΡΗΣ»)



ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Θ. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ἐπίκ. Καθηγητὴς Νεότερης Ἑλληνικής Ἱστορίας
στὸ Πανεπιστήμιο Πατρῶν



ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ-ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ
ΤΟΥ ΤΑΣΗ ΚΑΖΑΖΗ

Τὸ ὄνομα τοῦ Τάση Καζάζη (1903-1997) εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένο μὲ τὴν ἱστορία τοῦ Πύργου, καὶ τῆς Ἠλείας γενικότερα, κατὰ τὴν περίοδο τῆς γερμανικῆς Κατοχῆς, παρότι αὐτὸς χρημάτισε δήμαρχος τῆς πόλης καὶ μεταπολεμικά. Ὑπῆρξε ἄνθρωπος καλλιεργημένος μὲ ἀνώτερες σπουδὲς ἰατρικής στὴ Γερμανία, καὶ τὸν διέκρινε πραότητα, ἀγαθότητα, φιλαλληλία καὶ ἕνα ἀνώτερο πνευμα-τικὸ καὶ ἀνθρωπιστικὸ ἦθος
.
Τὸ 1977 τυπώθηκε στὸν Πύργο τὸ βιβλίο του «Οἱ Γερμανοὶ στὴν Ἠ-λεία», σσ. 375 (ἔκδ. Ἱερᾶς Μητρόπολης Ἠλείας), ὑπάρχει δὲ καὶ ανατύπωση τοῦ 1994 ἀπὸ τὸν Δῆμο Πύργου. Πρόκειται γιὰ ἕνα ἔργο ἱστορικὸ μὲ ἔντονο απομνημονευτικὸ χαρακτήρα. Ὁ συγγραφέας δὲν φιλοδοξεῖ νὰ παρουσιάσει πλήρη καὶ λεπτομερῆ ἐξιστόρηση ὅλων των γεγονότων τῆς γερ-μανικῆς Κατοχῆς, ἀλλὰ κυρίως ἐκείνων ποὺ τὸν ἄγγιξαν περισσότερο καὶ στὰ ὁποῖα ἔπαιζε πρωταγωνιστικὸ ρόλο. Καὶ τοῦτο διότι ὁ εὐπατρίδης αὐτὸς κλήθηκε σὲ μιὰ κρίσιμη καμπὴ τῆς ἱστορίας τῆς Ἠλείας νὰ λάβει στὰ χέρια του τὴν τύχη τῶν συμπολιτῶν του.
Στὸν πρόλογό του αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ δηλώσει ὅτι περιγράφει ἄγνωστες πτυχὲς τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου μὲ «σχολαστικὴ ἀντικειμενικότητα, πλήρη ἀμεροληψία καὶ ἀδιάψευστα τεκμήρια», καὶ στὸν ἐπίλογό του (σ. 372) ἐκφράζει τὸν «ἀκλόνητο σεβασμό (του) πρὸς τὴν ἀλήθειαν». Νομίζουμε ὅτι ὁ Τάσης Καζάζης ἦταν ἐνδεδειγμένος νὰ ἐξιστορήσει τὰ γεγονότα τῆς τραγικῆς ἐκείνης περιόδου, ἀφοῦ ἀλλὰ πρόσωπα, ποὺ ἐπίσης πρωταγωνίστησαν σ’ αὐτά, ἀπέφυγαν νὰ τὸ κάνουν. Ἡ ἀφήγησή του εἶναι ζωντανή, οἱ παρατιθέμενοι διάλογοι μᾶς μεταφέρουν στὸ κλίμα τῆς ἱστορούμενης, ἐποχῆς καὶ νιώθουμε ὅτι ἀποτελοῦμε μέλη τοῦ θιάσου ποὺ παίζει στὴ σκηνὴ τὴν τραγωδία τοῦ ἠλειακοῦ λαοῦ. Ὁ συγγραφέας ἀνοίγει διάπλατα τὰ πλούσια θησαυροφυλάκια τῆς μνήμης του, ὅμως ἀπὸ τὸ πλούσιο ἀρχεῖο του ἀνασύρει ποικίλα στοιχεῖα (ἔγγραφα, ἐπιστολές, προκηρύξεις, δημοσιεύματα τοῦ Τύπου κ.α.), ποὺ τεκμηριώνουν τὸν ἱστορικὸ λόγο.
Βεβαίως, δὲν ἀναφέρεται στὰ πρῶτα χρόνια της Κατοχῆς. Ἀρχίζει ἀπὸ τὸ 1943, ὅταν βρισκόταν μὲ τὴν οἰκογένειά του (τὴ σύζυγό του Ἀνθούλα καὶ τὰ δυὸ μικρὰ παιδιά του Θάνο καὶ Βάσω) στὴν κωμόπολη τῆς Δίβρης, ἀπὸ τὴν ὁποία καταγόταν, καὶ γιὰ τὴν ὁποία ἔνιωθε πὼς ἦταν «ἀνέκαθεν γερὰ δεμένος μὲ ἰσχυροὺς συναισθηματικοὺς δεσμοὺς» καὶ αἰσθανόταν «μιὰ πολὺ βαθιὰ προσήλωσι» (σ. 17). Τότε στὴν ὀρεινὴ Ἠλεία ἔπνεε ἕνας ἄνεμος ἐλευθερίας, καὶ ἡ παρουσία ἀνταρτικῆς ὁμάδας ὑπὸ τὸν ταγματάρχη Ἠλία Κονδυλη σκόρπιζε ἐνθουσιασμὸ καὶ ἐλπίδες γιὰ λευτεριά. Μέσῳ τοῦ φίλου του γιατροῦ Ἀντώνη Ν. Πετραλιᾶ, ἡγετικοῦ στελέχους τοῦ ΕΑΜ Ἠλείας, ἦλθε σ’ ἐπαφὴ μὲ τὸν Κονδύλη καὶ ἔθεσε τὸν ἑαυτό του στὴ ὑπηρεσία τῆς ἀ-ντιστασιακῆς ὁμάδας. Ὁ Κονδύλης ἐξετίμησε τὴν ἀξία τῆς γερμανομάθειας τοῦ Καζάζη καὶ τοῦ ἀνέθεσε τὴν παρακολούθηση τῶν γερμανικῶν κινήσεων στὴν περιοχή. Ἐνθουσιασμένος ὁ Καζάζης ἔσπευσε νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολή του. Γράφει σχετικὰ (σ. 16) : «Ζούσαμε μιὰ ἱστορικὴ ἐποχή. Ὅλοι μας θέλαμε νὰ βοηθήσουμε, ὁ καθένας ἀνάλογα μὲ τὴ θέσι του καὶ τὴν ἀποστολή του, καὶ ὅλοι πιστεύαμε μὲ ἀκράδαντη πεποίθηση σὲ μιὰ ἐπικείμενη δυναμικὴ ἀπελευθέρωσι. Στὴ μαζικὴ αὐτὴ παρουσία καὶ συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ τῆς ὑπαί-θρου στὸν ἀγώνα, ποὺ γιγάντωνε τὸ ὅραμα τῆς «Λευτεριᾶς» καὶ τὴν ἐνεθάρρυνε ἡ σιγουριὰ τῆς νίκης, ἐλάχιστοι ἤσαν ὅσοι ἀπὸ τὸν φόβο τῶν ἀντιποίνων, ἢ ἀπὸ κάποια διορατικότητα, ἢ ἀκόμα ἀπὸ καιροσκοπισμό, ἀμφιταλαντεύοντο νὰ πάρουν κάποια θέσι, καὶ γι’ αὐτοὺς νοιώθαμε μιὰ βαθιὰ ἀποστροφή».
Ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα ἔργα δολιοφθορᾶς τῶν ἀνταρτῶν στὴν ὀρεινὴ Ἠλεία ἦταν ἡ καταστροφὴ τῶν δρόμων, μὲ συνεργασία τῶν κατοίκων, γιὰ τὴν παρεμπόδιση τῆς διέλευσης γερμανικῶν μηχανοκινήτων δυνάμεων. Τὸ δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αὐγούστου 1943 ὑπῆρξε μαρτυρικὸ γιὰ τοὺς Διβριῶτες καὶ τοὺς κατοίκους τῶν ἄλλων ὀρεινῶν χωριῶν, γιατί κατέφθασαν οἱ Γερμανοὶ καὶ ἄρχισαν τὶς συλλήψεις καὶ τὶς ἀνακρίσεις. Ὁ φόβος τῶν ἐπικείμενων ἀντιποίνων ἔκανε τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀναζητοῦν στὰ βουνὰ ὁδοὺς σωτηρίας καὶ ἐπικρατοῦσαν ἡ σύγχυση, ὁ πανικός, ἡ ἀλλοφροσύνη. Τὰ πράγματα διευθετήθηκαν τότε ἀπὸ τὸν Καζάζη. Χρησιμοποιώντας ὡς «ἀτομικὴ βόμβα» τὴ γερμανομάθειά του παραπλάνησε τοὺς Γερμανοὺς καὶ κατάφερε νὰ τοὺς ἀποτρέψει ἀπὸ τὴ λήψη στρατιωτικῶν μέτρων (ἀντιποίνων) κατὰ τῶν ἀθώων καὶ ἀνυπεράσπιστων κατοίκων καὶ τῶν περιουσιῶν τους. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἀναφέρει ὁ συγγραφέας διὰ μακρῶν (σελ. 13-82), κι αὐτὸ δείχνει ὅτι τὰ ἴχνη ποὺ εἶχαν ἀφήσει στὴν ψυχή του ἦσαν βαθιὰ καὶ ἀνεξίτηλα.
Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἴδιου ἔτους κατεβαίνει στὸν Πύργο, ὅπου γνωρίστηκε μὲ τὸν νομάρχη Νικ. Κουράση. Ἐπίσης, μὲ μεσολάβησή του στὸν Γερμανὸ ταγματάρχη Χοῦππερτ, τὸν ὁποῖο εἶχε φιλοξενήσει στὴ Δίβρη, πέτυχε τὴν ἀπελευθέρωση κρατουμένων ποὺ κατηγοροῦνταν γιὰ ἐνέργειες κατὰ τῶν ἀρχῶν Κατοχῆς. Δέχτηκε ὅμως καὶ τὴ σύσταση τοῦ ταγματάρχη: «Νὰ μὴν ἀναλαμβάνετε ὑποχρεώσεις καὶ εὐθύνες ποὺ ἀφοροῦν ἄλλους» (σ. 93). Προφανῶς τὰ εὐγενῆ κίνητρά του εἶχαν γίνει ἀντιληπτὰ ἀπὸ τὸν κατακτητὴ καὶ εἶχαν ἐκτιμηθεῖ δεόντως.
Ἀπὸ τὰ μέσα του Ὀκτωβρίου ἐγκαθίσταται οἰκογενειακῶς στὸν Πύργο. Τότε βρῆκε τὴν πόλη σὲ ἀναστατώση, γιατί εἶχαν συλληφθεῖ ἀπό τους ἀντάρτες ἐννέα ἄοπλοι Γερμανοὶ στρατιῶτες, καὶ ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς Ἠλείας Βίκτωρ Ὀσσὰν ἀπειλοῦσε μὲ ἀντίποινα. Μαζὶ μὲ τὸν μητροπολίτη Ἀντώνιο καὶ τὸν νομάρχη Ν. Κουράση ἔσπευσαν νὰ συναντήσουν τὸν ἀρχηγὸ τῶν ἀνταρτῶν Ἠλία Κονδύλη. Τὸν βρῆκαν στὸ Λαντζόι, ἀλλὰ μὲ πολλὴ δυσκολία τὸν ἔπεισαν ν’ ἀπελευθερώσει τοὺς αἰχμαλώτους. Ὁ Κονδύλης εἶχε τὸ ἐπιχείρημά του (σ. 105): «Ἐμεῖς εἴμαστε στρατὸς ἀναγνωρισμένος ἀπὸ τὸ Στρατηγεῖο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς καὶ ἐκτελοῦμε διαταγές του. Πῶς θὰ δικαιολογηθοῦμε νὰ ἀφήσουμε ἐλεύθερους τοὺς Γερμανούς, ἀφοῦ κάνουμε πόλεμο μαζί τους. Αὐτοὶ ποὺ πιάσαμε, εἶναι αἰχμάλωτοι πολέμου καὶ αὐτὸ ποὺ ζητᾶτε δὲν μπορεῖ νὰ γίνη. Ἐξισώνεται ὄχι ἁπλῶς μὲ παράβαση, ἀλλὰ μὲ προδοσία καθήκοντος». Ὀρθότατα μίλησε ὁ ἀντάρτης ἀξιωματικός, ὅμως στὶς καρδίες τῶν συνομιλητῶν του κυριαρχοῦσε ὁ φόβος γιὰ τὴν τύχη τοῦ Πύργου καὶ τῶν κατοίκων του. Μὲ προσωπικό του κίνδυνο ὁ Καζάζης κατάφερε νὰ παραταθεῖ ἡ προθεσμία ποὺ εἶχαν δώσει οἱ Γερμανοὶ γιὰ τὴ ἀπελεύθερωση τῶν στρατιωτῶν τους. Ὅταν αὐτή ἔγινε, μετὰ τὴν ἐπικράτηση ὡριμότερων σκέψεων στὴν ἡγεσία τῶν ἀνταρτῶν, ἀπομακρύνθηκε ὁ κίνδυνος σοβαρῶν γερμανικῶν ἀντιποίνων σὲ βάρος ἀμάχων καὶ ἀθώων.  
Ἤδη ἡ ἐπιβλητικὴ παρουσία τοῦ Καζάζη στὸ προσκήνιο τῆς τοπικῆς κοινωνίας γίνεται ἐμφανής. Κρίνεται ἀπαραίτητη ἡ χρησιμοποίησή του, προκείμενου ν’ ἀντιμετωπίζονται ἔγκαιρα καὶ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο τὰ προβλήματα τὴν ταραγμένη ἐκείνη ἐποχή. Ὁ τότε δήμαρχος Πύργου Τάκης Βακαλόπουλος, γιὰ λόγους ποὺ δὲν γνωρίζουμε, διέμενε στὴν Ἀθήνα, καὶ ὁ Δῆμος ἦταν σχεδὸν ἀκέφαλος. Ὁ νομάρχης προτείνει στὸν Καζάζη τὴν ἀνάληψη τῆς δημαρχίας καὶ σ’ αὐτὸ συνηγοροῦν σημαντικότατα πρόσωπα τῆς πόλης: ὁ δικηγόρος καὶ τέως βουλευτὴς Βάσος Στεφανόπουλος καὶ ὁ ἐκδότης τῆς ἐφημερίδας «Πατρὶς» Λεωνίδας Βαρουξῆς. Τὴν 1 Δεκεμβρίου 1943 ὁ Καζάζης ὁρκίζεται ἀναπληρωτὴς δήμαρχος Πύργου καὶ ἄρχισε ν’ ἀσχολεῖται μὲ τὴν ἐπίλυση τῶν ἄμεσων καὶ πιεστικῶν προβλημάτων. Ὁ δῆμος βρισκόταν σὲ χρεωκοπία, ὑπῆρχε οἰκονομκὴ δυσπραγία, ἡ ὕδρευση ἦταν ἐλλιπής, δὲν ὑπῆρχαν καύσιμα γιὰ τὴν ἠλεκτροπαραγωγή. Στὸ ἔργο τοῦ εἶχε δυὸ δραστήριους συνεργάτες: τὸν μητροπολίτη Ἀντώνιο καὶ τὸν νομάρχη Νικ. Κουράση. Ὁ πρῶτος ἦταν «ἐπιβλητικός, δεινὸς χειριστὴς τοῦ λόγου, (τὸ κήρυγμά του συνήρπαζε πολλὲς φορὲς μέχρι δακρύων) ἄφθαστος ἱερουργὸς μὲ τὸ ταλαντοῦχο φωνητικό του μεγαλεῖο καὶ τὴν ἀρτιώτατη μουσική του κατάρτισι, ὑπῆρξε μιὰ δεσπόζουσα ἐκκλησιαστικὴ μορφὴ ποὺ ἀσκοῦσε παντοῦ μεγίστην ἐπιρροὴ» (σ. 153). Ὁ δεύτερος «ἐπωμίσθη  βαρύτατες εὐθύνες σὲ μιὰ ἐφιαλτικὴ περίοδο καὶ σὲ στιγμὲς πολὺ κρίσιμες γιὰ τὸν τόπο καὶ πρέπει μετὰ παρρηοίας νὰ τονισθῆ ὅτι ἀνεδείχθη ἀντάξιος της ἀποστολῆς ποὺ ἡ Πολιτεία τοῦ ἐμπιστεύθηκε. Εὐέλικτος ὅσο τὸ ἀπαιτοῦσε τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς, βρισκόταν σὲ φιλικὲς ἐπαφές, λόγω θέσεως, μὲ ὅλους τους ἐδῶ πολιτικοὺς παράγοντας, ὁ κάθε ἕνας τῶν ὁποίων τὸν διεκδικοῦσε ὑπὲρ αὐτοῦ. […] Προικισμένος μὲ σπάνια διοικητικὰ προσόντα, παρουσίαζε θαυμαστὴν εὐστροφία στὶς σκέψεις καὶ στὶς ἀποφάσεις του καὶ δὲν ἔλειπε ἡ σε μεγάλο βαθμὸ ἀνεπτυγμένη δραστηριότης του. Ἀνώτερος χρημάτων, ὄχι μόνο δὲν ἐπωφελήθη προνομίων ποὺ αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀξίωμά του ἀφειδῶς, κατὰ τὴν ταραχώδη ἐκείνη ἐποχή, τοῦ παρεῖχε, γιὰ τὴν ἐξυπηρέτηση ἰδιοτελῶν σκοπῶν, ἀλλὰ ἔφυγε ἀπὸ τὸν Νομό μας φτωχότερος ἀπὸ ὅτι ἦρθε! » (σσ. 154-155).
Ὁ Δεκέμβριος τοῦ 1943 δὲν πέρασε χωρὶς ἀγωνίες. Σὲ μάχη στὸ Πούσι τοῦ Λάλα σκοτώθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀντάρτες ἐννέα Γερμανοὶ στρατιῶτες, καὶ ὁ Καζάζης, μὲ προσωπική του παρέμβαση στὸν διοικητὴ Ὀσσάν καὶ οἰκονομική του δαπάνη γιὰ τὴν ταφὴ τῶν θυμάτων, πέτυχε τὴν ἀπελευθέρωση τῶν συλληφθέντων Λαλαίων. Τὴ νύχτα τῆς 13 πρὸς 14 τοῦ ἴδιου μήνα ἡ ΟΠΛΑ ἐπέδραμε στὴ Διοίκηση Χωροφυλακῆς Ἠλείας καὶ ἀφόπλισε τοὺς ἐκεῖ κοιμώμενους ἄνδρες της. Τέλος, τὴν παραμονὴ τῶν Χριστουγέννων ἡ τριανδρία Ἀντώνιος - Καζάζης - Κουράσης ἔτρεχε γιὰ ν’ ἀπελευθερώσει συλληφθέντες ἀπὸ τὰ Χανάκια μετὰ τὸν φόνο Γερμανοῦ στρατιώτη στὸ Ἀλποχώρι.
Ἀπὸ τὶς ἀρχὲς Ἰανουαρίου 1944 οἱ κατακτητὲς σκληραίνουν τὴ στάση τους λόγῳ τῆς δράσης τῶν ἀνταρτικῶν δυνάμεων. Τὴν 4η τοῦ μηνὸς ὁ Ὀσσὰν ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἠλειακὸ λαὸ «γνωστοποίηση» ποὺ δημοσιεύθηκε στὴν ἐφημερίδα «Πατρίς». Ἀπειλεῖ μὲ τὴ λήψη αὐστηρότατων μέτρων σὲ περίπτωση ἐπιθέσεως κατὰ γερμανικῆς δύναμης ἢ συνεργασίας μὲ τοὺς «συμμορίτες». Οἱ ἐλπίδες τοῦ κόσμου στηρίζονται στὴν «τριανδρία», τοὺς «ἡγήτορες τοῦ Νομοῦ, […] τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ὁ τόπος μία ἡμέρα θὰ χαράξει εἰς τὰς δέλτους τῆς ἱστορίας του» («Πατρὶς» 7.1.1944). Ὁ μητροπολίτης ἀπευθύνει στὸ ποίμνιό του «πατριωτικὴ ἐγκύκλιο» καὶ τὸ καλεῖ νὰ βαδίζει «μετὰ προσοχῆς καὶ συνέσεως» ἀποφεύγοντας κάθε πρόκληση πρὸς τοὺς Γερμανοὺς («Πατρὶς» 7.1.1944). Παρὰ ταῦτα σημειώνεται ἔξαρση τῶν ἀνταρτικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἀνατινάσσεται μικρὴ γέφυρα στὸν Καρδαμᾶ καὶ διακόπτεται ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία Πύργου - Πατρών. Η ΟΠΛΑ συνεχίζει τὶς ἐπιθέσεις της ἀκόμη καὶ μέσα στὸν Πύργο (φόνοι πολιτῶν καὶ ἀστυνομικῶν, ἀπελευθέρωση κρατουμένων ἀπὸ τὶς φυλακὲς κ.ἄ.). Ὁ νομάρχης καὶ ὁ μητροπολίτης μὲ δημόσιες ὁμιλίες τους προσπαθοῦν νὰ κατευνάσουν τὰ πνεύματα. Ὕστερα ἀπὸ κακόβουλη καταγγελία οἱ Γερμανοὶ προβαίνουν σὲ συλλήψεις (28 Ἰανουαρίου) 300 Πυργίων, τοὺς ὁποίους ἔκλεισαν στὸν κινηματογράφο «Τιτάνια» καὶ ἔκαναν ἔλεγχο τῶν ταυτοτήτων τους.
Τὴν 21 Φεβρουαρίου ἐπισκέφθηκε τὸν Πύργο ὁ ἀνώτατος ἀξιωματικὸς
τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ Ἄιζενμπαχ, ὁ ὁποῖος κάποια στιγμὴ ρώτησε τὸν Καζάζη γιὰ τὰ αἰσθήματα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπέναντι στοὺς Γερμανούς. Ὁ Καζάζης τοῦ μίλησε μὲ τόλμη καὶ παρρησία: «Ἡ Ἑλλὰς εἶχε ἐμπράκτως ἐκδηλώσει ἀνέκαθεν αἰσθήματα συμπαθείας καὶ φιλίας πρὸς τὴν Γερμανίαν καὶ ἐπλήρωσε κατ’ ἐπανάληψη μὲ σκληρὲς συνέπειες αὐτὸν τὸν δεσμόν, ἀλλ’ ἡ ἐχθρικὴ στάσις σας ἐναντίον μας κατὰ τὸν τελευταῖο πόλεμο μᾶς ἐγέμισε ἀπογοητεύσεις καὶ πικρίες. Καὶ ἕνα ἄλλο ἀκόμη σοβαρότατο γενονὸς ἐπέδρασε δυσμενῶς στὴ συνείδηοη τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ ποὺ ἄνοιξε βαθὺ ρῆγμα στὶς παλιὲς φιλογερμανικὲς διαθέσεις μας καὶ ἀπεμάκρυνε μιὰ Ἑλληνονερμανικὴ προσέγγιση τόσο, ὥστε νὰ μὴ φαίνεται, ὑπὸ τὶς ὑφιστάμενες συνθῆκες, δυνατὴ ἡ ἀναβίωσίς της […]. Εἶναι οἱ ἐκτροπὲς ὅλων σχεδὸν τῶν ὑπευθύνων Στρατιωτικῶν Διοικητῶν, καίτοι αὐτὸ ἀποδίδεται στὴν ὁλότητα τῶν ἀξιωματικῶν σας πού, κάμνοντες, ἴσως, κατάχρησι τῆς ἐξουσίας τους, μετέρχονται αὐθαίρετα καὶ βάναυσα μέσα ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου καὶ διαπράπουν ἀθέμιτες ἀδικοπραγίες κατὰ τοῦ ἀμάχου καὶ ἀνευθύνου πληθυσμοῦ ποὺ εἶναι ἀσυμβίβαστες μὲ κάθε ἠθικὸ κανόνα καὶ μὲ κάθε ἔννοια πολιτισμοῦ καὶ ἀνθρωπιᾶς. Ἀναμέναμε μιὰ περισσότερη ἀνθρώπινη μεταχείριση, καὶ μὴ λησμονᾶμε, πὼς κανένα ἴχνος συμπαθείας δὲν μπορεῖ νὰ εἰσπράξει ἕνας αὐταρχικός, ἐν ἀντιθέσει μὲ τὸν πολιτισμένον, ποὺ γίνεται ὄχι μόνο ἀνεκτὸς ἀλλὰ πολλὲς φορὲς καὶ ἀγαπητός. Καὶ ἔτσι τὸ ποσοστόν τῶν ‘γερμανοφίλων’, ἐνῶ προπολεμικῶς ἀνήρχετο στὸ πλέον ἡμίσεος τῶν Ἑλλήνων, τώρα...» (σ. 232).
Ὁ Ἄιζενμπαχ κατενόησε καὶ ἐκτίμησε τὰ λόγια τοῦ Καζάζη ποὺ δὲν ἀπεῖχαν καθόλου ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ ἐξέφρασε τὴ γνώμη του γιὰ τὸ μέλλον: «Μετὰ τὴν λῆξι τοῦ πολέμου θὰ ἀρθοῦν οἱ μεταξύ μας παρεξηγήσεις καὶ μὲ τὴν «Νέα Τάξι πραγμάτων» ποὺ θὰ δημιουργηθῆ καὶ στὴν Ἑλλάδα, θὰ βρεθῆτε σὲ θέσι νὰ ἐκτιμήσετε τὸ Γερμανικὸ ‘Ἰδεῶδες’ καὶ θὰ ἐπιδιώξετε νὰ ἐπανέλθετε στὶς προπολεμικὲς φιλικὲς σχέσεις μὲ τὴν Γερμανία. Καὶ τότε ἡ συμμετοχὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ πληθυσμοῦ γιὰ τὴν ἀνανέωσι τῆς φιλίας μέ μᾶς θὰ εἶναι ὁλοκληρωτικὴ» (σ. 234).
Τὴν 19 Μαρτίου οἱ Γερμανοὶ ἐκδηλώνουν τὴν πρόθεσή τους νὰ ἐκτελέσουν τρεῖς Πυργίους ὡς ἀντίποινα γιὰ τὸ σαμποτὰζ ποὺ ἔγινε στὸ ἐργοστάσιο κολοφωνίων στὴν Καρούτα. Ὁ Καζάζης τοὺς ἐγχειρίζει σημείωμα ὅπου εἶχε ἀναγράψει τ’ ὄνομά του, καθὼς καὶ αὐτὸ τοῦ νομάρχη καὶ τοῦ μητροπολίτη. Αὐτὸ συνέβαλε στὴν ἀναστολὴ τῆς μελετώμενης πράξης ἀντιποίνων, ὄχι ὅμως καὶ τὴν πλήρη ἠρεμία τοῦ τόπου, ἀφοῦ λίγες ἡμέρες ἀργότερα, τὴν 24 Μαρτίου, συνέβη ἕνα συνταρακτικὸ γεγονός: ὁ μητροπολίτης Ἀντώνιος ἔφυγε ἀπὸ τὴν πόλη καὶ ἀνέβηκε στὸ βουνό. Τὴν ἑπόμενη, ποὺ γιορταζόταν ἡ ἐπέτειος τῆς 25ης Μαρτίου Ι821, ἡ «Πατρὶς» δημοσίευσε ἕνα πύρινο ἄρθρο τοῦ Ἀντωνίου, ἕνα ἐθνικοαπελευθερωτικὸ προσκλητήριο. Μαθεύτηκε τότε ὅτι ὁ μητροπολίτης ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ΕΑΜ Πελοποννήσου εὐλόγησε τὴ σημαία τῆς ἐπανάστασης σὲ δοζολογία ποὺ ἔγινε στὴν Ἀρχαία Ὀλυμπία. Οἱ Γερμανοὶ ἔκαναν ἐξονυχιστικὲς ἔρευνες στὶς κατοικίες τῶν δύο ἀπομεινάντων μελῶν τῆς «τριανδρίας», καθὼς ἐπίσης στὸ μητροπολιτικὸ μέγαρο καὶ στὰ γραφεῖα τῆς ἐφημερίδος «Πατρίς». Ὁ διευθυντὴς τῆς τελευταίας Λεωνίδας Βαρουξής κατέφυγε στὸ σπίτι του Καζάζη καὶ κρύφτηκε ἐκεῖ μέχρι νὰ ἐκτονωθεῖ ἡ κατάσταση.
Τὸν Ἀπρίλιο πληθαίνουν οἱ ἐπιθέσεις κατὰ τῶν Γερμανῶν. Κίνδυνος μεγάλος ἀπείλησε τὴν πόλη τὴν 28η τοῦ μηνός, ὅταν δολοφονήθηκε Γερμανὸς ἀξιωματικὸς κοντὰ στὰ Λασταίικα. Ἀφηγεῖται ὁ Καζάζης (σ. 307): «Βγήκαμε πάλι μὲ τὸν Νομάρχη στὴν Πόλι. Πανικὸς μᾶς κατέλαβε! Γερμανικαὶ περίπολοι ἀπὸ 6 στρατιῶτες ἡ κάθε μιά, μὲ τὰ αὐτόματα στὰ χέρια, ἔκαμαν τὴν ἐμφάνισί τους. Ἡ παρουσία τους προανήγγελε κινδύνους, τὴν ἔκταση καὶ τὸ μέγεθος τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμετρήσουμε. Οἱ ἄνδρες τους μὲ τὸν ἀργὸ καὶ βαρὺ βηματισμό τους, σοβαροὶ καὶ συνοφρυωμένοι, ἔρριχναν βλοσυρὰ βλέμματα γεμάτα περιφρόνησι καὶ μίσος σὲ κάθε ἕναν ποὺ περνοῦσε κοντά τους. Θολὴ καὶ ἐκρηκτικὴ ἡ ἀτμόσφαιρα, ἐφιαλτικὲς οἱ στιγμές. Ὅλα ἔδειχναν πὼς ἡ θύελλα πλησίαζε. Με μιᾶς ξέσπασε στὴν Πόλι ἡ τρομερὴ καὶ συγκλονιστικὴ εἴδησις, ποὺ μὲ φρίκη μετεδίδετο ἀστραπιαῖα ἀπὸ στόμα σὲ στόμα: "Σκότωσαν ἀπ’ ἔξω στὸν Πύργο ἕνα Γερμανὸ ἀξιωματικό". Ὁ τρόμος, ἡ ἀγωνία καὶ ἡ ἀπόγνωσι, διαβαζόταν στὰ πρόσωπα ὅλων καὶ ἕνα δυνατὸ κύμα τρομακτικῆς συγχύσεως καὶ πανικοῦ ποὺ ξεχύθηκε με μιᾶς, σκορπίσθηκε παντοῦ, καὶ ἔδωσε τὸ σύνθημα τῆς ὁμαδικῆς φυγῆς ποὺ ἔλαβε πανδημικὴ μορφή. Τὰ ρολὰ καὶ οἱ πόρτες τῶν καταστημάτων ἔκλειναν μὲ πάταγο καὶ σπουδή, τὰ σπίτια ἐγκατελείποντο, καὶ μέσα στὴ γενικὴ σύγχυσι ὁ κόσμος ἀλλόφρων ἔτρεχε πρὸς τὶς ἐξόδους τῆς πόλεως, σὰν νὰ εἶχε καταληφθῆ ἀπότομα ἀπὸ ὁμαδικὴ παραφροσύνη. Ἔπαιρνε τὸν δρόμο τοῦ πόνου καὶ τοῦ μαρτυρίου, καὶ κατέφευνε στὶς ἐρημιὲς τῆς περιοχῆς, μέσα σὲ καλύβες καὶ ἀχυρῶνες, σὲ μακρυνὲς ἀγροκατοικίες καὶ σὲ ἀπομεμακρυσμένα χωριά. Ἀπότομα ἡ πόλις ἐρήμωσε. Φάσμα κινδύνου ἐπλανᾶτο ἐπάνω της. Ἡ κατάστασις ἦτο, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη δραματική».
Ὁ Καζάζης προσπαθεῖ νὰ καταπραΰνει τὸν ἔξαλλο διοικητὴ Ὀσσάν, ὁ ὁποῖος φαίνεται ἀμετάπειστος στὴν ἀπόφασή του νὰ προβεῖ σ’ ἐκτελέσεις πολιτῶν ἐπικαλούμενος τὸ καθῆκον καὶ τὴ στρατιωτική του ἰδιότητα, στὴν ὁποία πρέπει νὰ ὑποτάσσονται οἱ ἀνθρώπινες ἀδυναμίες. Ἡ ἀφήγηση λαβαίνει τραγικὴ τροπὴ καθὼς ὁ Καζάζης προσφέρει τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν οἰκογένειά του ὡς ἐξιλαστήρια θύματα γιὰ τὴ σωτηρία τῆς πόλης. «Ἄρχισα καταφανῶς νὰ συγκινοῦμαι καὶ μὲ μιὰ ἔντασι ποὺ δὲν εἶχε προηγούμενο καὶ μὲ μιὰ ἔκρηξι βαθειᾶς ἀπελπισίας, πρόσθεσα μὲ ραγισμένη ἀπὸ ἀγωνία φωνή.     -Ἂν ὅμως μᾶς ἐπιφυλάσση ἡ μοίρα νὰ γνωρίσουμε τὸν Συνταγματάρχη Ὀσσὰν καὶ σὰν στρατιώτη, τότε, προκειμένου νὰ ἐκπληρώση εἰς τὸ «ἀκέραιόν» το καθῆκον του, ὀφείλει νὰ κτυπήση τὸν ἐχθρόν του πρῶτα στὸ κεφάλι. Καὶ τὸ κεφάλι ἐδῶ μέσα στὴν πόλι εἶναι ὁ Δήμαρχος. Εἶμαι ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου. Πρῶτα ὁ πρῶτος καὶ κατόπιν οἱ ἄλλοι. Τίθεμαι λοιπὸν ἀνεπιφύλακτα ἐπικεφαλῆς τῶν συμπολιτῶν μου ἕτοιμος νὰ μοιρασθῶ τὴν μοίρα τους. Τὸ συναίσθημα τῆς εὐθύνης ποὺ μὲ συνέχει γιὰ τὴν τύχη καθενὸς ἀπὸ αὐτοὺς δὲν θὰ ἐπιτρέψει νὰ ἀνθέξω νὰ πάθη κακὸ κανένας τους πρῶτα ἀπὸ μένα. Κρίσεις συνειδήσεως θὰ μὲ ταλαιπωροῦν σ’ ὅλη μου τὴ ζωή. Γι’ αὐτὸ θὰ ἀκολουθήσω τὴν τύχη τους ὅποια κι ἂν θὰ εἶναι. Εἶναι καὶ γιὰ μένα αὐτὸ τὸ ἀξίωμα τῆς δικῆς μου ζωῆς, νὰ ἐπιβάλω ἐγὼ ὁ ἴδιος τὴν ἴδια ποινὴ στὸν ἑαυτό μου καὶ στὴν οἰκογένειά μου. Γιατί καὶ ἐγὼ ἔχω καθήκοντα. Εἶμαι καὶ ἐγὼ στρατιώτης φρουρὸς τῆς πόλεως καὶ τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ μάλιστα ὁ πρῶτος. Ἡ τύχη μου λοιπὸν εἶναι γερὰ δεμένη μὲ τὴν δική του, καὶ ἡ κοινή μας τύχη ἤδη βρί-σκεται ἀποκλειστικὰ στὰ χέρια σας» (σ. 324).
Ὄντως τραγικὲς στιγμὲς ἦταν αὐτὲς ποὺ πέρασε ὁ δήμαρχος μὲ τὸν ἀκάνθινο στέφανο, μέχρι νὰ πάρει τὴν ἀπάντηση τοῦ βλοσυροῦ Γερμανοῦ ἀξιωματικοῦ. Γράφει σχετικά: «Μεμιᾶς τὸ βλέμμα του ἔπεσε στὸ κενό. Τὸ ἀ-ποτράβηξε ἀπὸ τὸ δικό μου. Τὸ ἀπέφευγε. Ἐφαίνετο ἀνάστατος. Μυϊκὲς συσπάσεις αὐλάκωναν νευρικὰ τὸ πρόσωπό του, σὰν νὰ εἶχε κυριευθῆ ἀπὸ ἔντονες ἀντιδράσεις καὶ νὰ δοκιμαζόταν ἀπὸ μιὰ σκληρὴ πάλη ποὺ γινόταν μέσα του, ἀπὸ μιὰ τιτανομαχία μὲ τὸν ἑαυτό του: Τοῦ στρατιώτη πρὸς τὸν ἄνθρωπο. Ναί! τὸν εἶδα συγκινημένον!» (σ. 324).

Τὸ ἦθος, τὸ θάρρος καὶ ἡ συναίσθηση καθήκοντος ποὺ διέκριναν τὸν Καζάζη γλίτωσαν κι αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπὸ βέβαιη καταστροφὴ τὴν πόλη τοῦ Πύργου. Σύντομα ὅμως τὰ νέφη τοῦ διχασμοῦ καὶ τῆς σύγκρουσης ἄρχισαν νὰ πυκνώνουν. Τὴν 20η Μαΐου ἔφθασε στὴν πόλη Τάγμα Ἀσφαλείας μὲ διοικητὴ τὸν ταγματάρχη Γεώργιο Κοκκώνη. Ὁ Καζάζης μᾶς τὸν περιγράφει ὡς ἄνδρα τολμηρό, ἀλλὰ καὶ σκληρὸ ἀντικομμουνιστή. Τώρα δὲν ὑπάρχει μόνο ἡ γερμανικὴ ἀπειλὴ ἀλλὰ καὶ ὁ ἀδελφοκτόνος πόλεμος ποὺ ἔχει πολλὰ θύματα κι ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρές. Μὲ ἀληθινὴ ὀδύνη γράφει: «Μιὰ ὠμὴ φρικαλεότης ἑνὸς λουτροῦ αἵματος! Κι ἔτσι καὶ τὰ δύο ἔνοπλα συγκροτήματα, ἀντάρτες καὶ ταγματασφαλίτες, ἀδιάφοροι καὶ ἀσυγκίνητοι στὴ δυστυχία καὶ τὴν ἀγωνία τοῦ λαοῦ, γεμάτοι πάθος καὶ μίσος, ἀλληλοσυναγωνίζοντο σὲ ἀντεκδικήσεις: ἀγριότητες καὶ ὠμότητες εἰς βάρος του καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ» (σ. 357).
Τὴν 4η Σεπτεμβρίου 1944 φεύγει ἀπὸ τὸν Πύργο τὸ τελευταῖο τμῆμα τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ. Ὁ συνταγματάρχης Ὀσσὰν ἀποχαιρετάει τὸν δήμαρχο καὶ τοῦ λέει μὲ βαρειὰ φωνή: «Ἴσως νὰ μὴν ἰδωθοῦμε ποτὲ πλέον.  Φεύγοντας σᾶς εὐχαριστῶ πολύ, γιατί μὲ τὴ στάση σας μὲ ἀποτρέψατε νὰ κάμω κακὸ στὸν τόπο σας!» (σ. 368). Ἀληθινὰ συγκινητικὴ στιγμή, ποὺ προκαλεῖ ἐντύπωση ὄχι μόνο στὸν ἁπλὸ ἀναγνώστη ἀλλὰ καὶ στὸν ἱστορικὸ.
Μὲ τὴν ἀπελευθέρωση τελειώνει ἡ ἐξιστόρηση τοῦ συγγραφέα. Δὲν  γνωρίζουμε γιατί δὲν προχώρησε στὴν παρουσίαση τῶν γεγονότων ποὺ  συνέβησαν μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση. Ἀρχεῖο πλούσιο, μνῆμες καὶ ἐμπειρίες  διέθετε, ἴσως δὲν ἤθελε, ὡς εὐγενὴς ἄνθρωπος, νὰ μιλήσει γιὰ πράγματα ποὺ μοιραῖα θ’ ἀναξέσουν  πληγές, θὰ διχάσουν, θὰ ἐξοργίσουν. Προανήγγειλε ὅμως τὴν ἔκδοση δεύτερου τόμου καὶ ζήτησε πίστωση χρόνου γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὴ συγγραφή. Μὲ τὸ δύσκολο ἔργο του στὰ χρόνια της Κατοχῆς ὁ Τάσης Καζάζης κέρδισε τὴν  εὐγνωμοσύνη τῶν συμπολιτῶν του Πυργίων καὶ τῶν Ἠλείων γενικότερα,  ἄσχετα ἀπὸ τὴν κοινωνική τους θέση ἢ τὴ πολιτική τους τοποθέτηση. Μὲ τὴν ἔκδοση τοῦ ἱστορικοῦ του βιβλίου, τὸ ὁποῖο περιέχει τὰ γεγονότα τῆς  κρισιμότερης Κατοχικῆς περιόδου ἐξιστορημένα μὲ τρόπο ἁπλό, σαφῆ καὶ  εἰλικρινῆ, ἀποσπᾶ καὶ τὴν ἐκτίμηση τῶν μελετητῶν τῆς Ἱστορίας τοῦ τόπου  μας, οἱ ὁποῖοι θὰ βροῦν ἀρκετὸ καὶ διαφωτιστικὸ ὑλικὸ γιὰ ν’ ἀνασυνθέσουν  τὴν πραγματικὴ εἰκόνα του κατὰ τὴν τραγικὴ ἐκείνη ἐποχή.

Ο Τάσης Καζάζης (δεξιά), ομιλεί σε Εκδήλωση του "ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ
ΚΕΝΤΡΟΥ ΔΙΒΡΗΣ". Από αριστερά: ο Μηχανικός Χρύσανθος Ταβλάς,
ο Γ.Γ. ΠΕΧΩΔΕ Βασίλης Κορκολόπουλος,  ο Σωτ. Σωτηρόπουλος και ο Μηχανικός
Σταυρος  Βιδάλης 
Ο αείμνηστος Τάσης Καζάζης σε μια χαρακτηριστική
φωτογραφία, τα τελευταία χρόνια της  πολυσήμαντης ζωής του









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου